Το ελληνικό οικονομικό μοντέλο εν μέσω πανδημίας

Και το παράδειγμα με την εξαγωγή σταφίδας και πως από «χρυσάφι» οδήγησε τη χώρα στην πτώχευση του 1898

Η πανδημία του Κορονοΐου δημιουργεί νέα δεδομένα για την ελληνική οικονομία. Η χώρα μας έχει στηρίξει τις ελπίδες της στην τουριστική ανάπτυξη και αυτό το στοίχημα, τουλάχιστον για φέτος φαίνεται να χάνεται. Ωστόσο το γεγονός ότι ο τουρισμός αποτελεί την ατμομηχανή της χώρας είναι κάτι που πρέπει να προβληματίζει παρά να χαροποιεί για τους ακόλουθους δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος αφορά τη φύση του ίδιου του προϊόντος του τουρισμού και η δεύτερη για τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει στο ελληνικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.

Ο τουρισμός έχει φθάσει να καλύπτει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, σχεδόν το 25% του ελληνικού ΑΕΠ καταγράφοντας ένα μεγάλο ρυθμό αύξησης την τελευταία πενταετία. Σε αυτό συνέδραμαν τόσο η γεωπολιτική αναταραχή στη Μεσόγειο, που εξασθένησε τους ανταγωνιστικούς της Ελλάδος τουριστικούς προορισμούς, όσο και η παροχή ενός προϊόντος σχετικά πιο φθηνού, ελέω κρίσης, σε σχέση με άλλες εναλλακτικές. Παράλληλα ο μαζικός τουρισμός αποτέλεσε μια τάση με ιδιαίτερη δυναμική τις τελευταίες δεκαετίες που συνέβαλε στην απογείωση της τουριστικής οικονομίας διεθνώς. Ωστόσο η Ελλάδα διαθέτει μια δυσανάλογη εξάρτηση από ένα προϊόν που είναι επιρρεπές σε γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους ενώ δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο τουρισμός αποτελεί μια προσφερόμενη υπηρεσία που καταναλώνεται εντός συγκεκριμένου χρονικού και χωρικού πλαισίου. Αν χαθεί μια τουριστική σεζόν χάνεται το έσοδο για την οικονομία και δεν δύναται να αντικατασταθεί αλλιώς (πχ: να αποθηκευθούν πρώτες ύλες για να πωληθούν όταν αυξηθεί η ζήτηση).

Για αυτό το λόγο η ζημία είναι πολύ μεγάλη καθώς μια ολόκληρη κοινωνία και οικονομία έχει προσανατολισθεί προκειμένου να υποστηρίξει αυτήν τη χρονικά και χωρικά καθορισμένη οικονομική δραστηριότητα. Η κατάρρευση των τουριστικών εσόδων δημιουργεί κύματα ανέργων, απαξιώνει κτιριακές και ενεργειακές επενδύσεις αλλά και υποδομές που διαθέτουν υψηλό κόστος συντήρησης για να μη γίνει συζήτηση για τον αντίκτυπο στον τομέα του λιανικού εμπορίου. Αυτή η παράμετρος θα πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη από την πολιτική ηγεσία καθώς εάν εναποθέσει μονοσήμαντα τις ελπίδες της στην τουριστική ανάπτυξη θα πρέπει να κατανοήσει ότι αυτή δύναται να διακυμαίνεται ανάλογα των διεθνών εξελίξεων.

Παράλληλα πρέπει να σημειωθεί ότι διεθνώς αρχίζουν και αξιολογούνται και οι αρνητικές επιδράσεις του μαζικού τουρισμού. Στην αρχή υπήρξαν κάποιες επιστημονικές μελέτες αλλά πλέον και σε διάφορα έντυπα δημοσιεύονται άρθρα που υποστηρίζουν ότι βραχυπρόθεσμα ο τουρισμός συνεισφέρει στην ανάπτυξη του ΑΕΠ αλλά μακροπρόθεσμα φαίνεται να οδηγεί στην περιβαλλοντική απαξίωση και στην αδρανοποίηση της δραστηριότητας λοιπών παραγωγικών τομέων (κυρίως τον αγροδιατροφικό τομέα) εξασθενώντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα μιας οικονομίας να παράγει και να προσφέρει στη διεθνή αγορά διαφοροποιημένα προϊόντα. Όταν, λοιπόν, μια χώρα δεσμεύεται σε τόσο μεγάλο βαθμό για την οικονομική της επιβίωση από το τουριστικό προϊόν τότε δημιουργούνται συνθήκες οικονομικής ασφυξίας σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να θυμηθούμε μια άλλη στιγμή που η Ελλάδα στηρίχθηκε σε ένα εξαγώγιμο προϊόν για να καλύψει ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της. Τη μακρινή δεκαετία του 1870 ο ελληνικός αγροτικός πληθυσμός υιοθέτησε μαζικά την καλλιέργεια της ταπεινής σταφίδας την οποία εξήγαγε με επιτυχία κυρίως στην αγορά της Μ. Βρετανίας. Συγκυριακά, την εποχή εκείνη συνέβη η προσβολή των γαλλικών αμπελιών από την φυλλοξήρα. Μια εξέλιξη που πρόσφερε την ευκαιρία στη χώρα για την μονοπώληση της σχετικής αγοράς. Σταδιακά η τιμή της σταφίδας εκτοξεύθηκε και οι Έλληνες καλλιεργητές συνέχισαν να επενδύουν στο «χρυσάφι» της εποχής. Ωστόσο, δεν είχε προβλεφθεί ο αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία από τη σταδιακή ομαλοποίηση της γαλλικής παραγωγής και όταν η Γαλλία άρχισε να επανέρχεται στην αγορά της σταφίδας η χώρα βίωσε μια οικονομική τραγωδία καθώς το 1893 η τιμή της σταφίδας καταβαραθρώθηκε από τα 300 φράγκα στα 42 φράγκα ανά 1.000 λίτρα. Η σταφιδική κρίση του 1893 αποτέλεσε ένα καίριο πλήγμα για την ελληνική οικονομία που εξαρτήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό από ένα προϊόν. Ως εκ τούτου η πτώχευση του 1898 ήταν αναμενόμενη.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, για τη χώρα μας να διαφοροποιήσει το προϊοντικό της μίγμα. Αναμφίβολα ο τουρισμός καταλαμβάνει και θα συνεχίσει να καταλαμβάνει ένα σημαντικό μερίδιο της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας. Αν όμως μεταβληθεί στη «βασική βιομηχανία» της χώρας, όπως περισπούδαστα σημειώνουν διάφοροι, τότε κινδυνεύουμε σαν χώρα να εισέλθουμε σε μια αυτοπαγίδευση. Αντίθετα τρεις είναι οι παράγοντες που θα οδηγήσουν σε ένα ελληνικό οικονομικό θαύμα:

  • Πρώτον, η εμπνευσμένη και ορθολογική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας καθώς έχει αποδειχθεί, σε όλα τα οικονομικά μοντέλα, ότι η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη.

  • Δεύτερον, η δημιουργία πρότυπων συνεργασίας ανάμεσα στα πανεπιστήμια, τους ιδιωτικούς φορείς και στις δημόσιες υπηρεσίες ώστε να εκτοξευθεί η καινοτομία. Η καινοτομία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά αποτελεί θεμέλιο λίθο του κοινωνικού κεφαλαίου μιας χώρας. Τι σημαίνει αυτό; Όταν η συνεργασία μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή έξυπνων υπηρεσιών και προϊόντων τότε η επιβράβευση πέρα από οικονομική είναι και ηθική. Με αυτόν τον τρόπο επιβραβεύονται και ενδυναμώνονται οι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και αυξάνεται η ηθική ικανοποίηση από τη δημιουργική κοινωνικοποίηση.

  • Τρίτον, η χώρα θα πρέπει να επιλέξει την έξυπνη εξειδίκευση της χώρας σε τομείς της οικονομικής δραστηριότητας που πιστεύουμε ότι θα έχουν μεγάλη ανάπτυξη, όπως οι Φινλανδοί πόνταραν στην τεχνολογία του GSM τη δεκαετία του 1990, το Λουξεμβούργο στην τραπεζική και πρόσφατα στις επιχειρήσεις αξιοποίησης του διαστήματος και η Σιγκαπούρη στη βιοτεχνολογία. Η χώρα πρέπει να λάβει ένα δημιουργικό ρίσκο. Πηγή: Ανδρέας Αττάλογλου Οικονομολόγος από το huffingtonpost.gr

Δείτε περισσότερα

0 views0 comments