Ποιος φοβάται τον διάλογο;

Καμιά από τις δύο χώρες δεν κέρδισε από τον τερματισμό των διερευνητικών επαφών τον Μάρτιο του 2016 και από τη διακοπή των διαύλων στο ανώτατο επίπεδο που αποκαταστάθηκε με την τηλεφωνική επικοινωνία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας.

Σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις του («Τα Νέα», 2003), ο ιστορικός Σπύρος Βρυώνης είχε παρομοιάσει την προοπτική της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον έρωτα σκαντζόχοιρων, συνιστώντας τον «σπάνια και με μεγάλη προσοχή». Η πρόσφατη Ιστορία στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα: ιστορίες ματαιώσεων και διαψεύσεων που δηλητηριάζουν την κοινή γνώμη των δύο χωρών.

Δεν όφειλε να είναι έτσι. Ούτε είναι νομοτελειακό να συνεχίσει να είναι έτσι. Καμιά από τις δύο χώρες δεν κέρδισε από τον τερματισμό των διερευνητικών επαφών τον Μάρτιο του 2016 και από τη διακοπή των διαύλων στο ανώτατο επίπεδο που αποκαταστάθηκε με την τηλεφωνική επικοινωνία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον περασμένο Ιούνιο.

H συνέχεια είναι δυστυχώς γνωστή. Η μη έκδοση νέας NAVTEX από την τουρκική πλευρά και η απόσυρση του «Oruc Reis» στην Αττάλεια είναι ένα θετικό βήμα που μπορεί να μετατραπεί σε παράθυρο ευκαιρίας. Παράθυρο που μένει στην τουρκική πλευρά να αποδείξει ότι επιδιώκει να ανοίξει με ειλικρίνεια και καλή πίστη. Χωρίς να καταφεύγει σε ρητορικές ακρότητες και κραυγές εντυπωσιασμού.

Η χώρα μας είναι έτοιμη για επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι η Ελλάδα αυτή που προκαλεί την ένταση, που ενεργεί ερήμην των γειτόνων της, που προσπαθεί να επιβάλει τετελεσμένα διά της ισχύος.

Το απέδειξε και στους πλέον δύσπιστους με την ψύχραιμη και νηφάλια στάση που κράτησε όλο το προηγούμενο διάστημα απέναντι στις προκλήσεις. Η κυβέρνηση ανέδειξε την περιφερειακή, ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση της τουρκικής συμπεριφοράς και το διακύβευμα για ζωτικά ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η κρίση αυτή βρίσκει τη χώρα με πιο ισχυρά διπλωματικά ερείσματα. Εδραιώνεται η πεποίθηση εταίρων και συμμάχων ότι η Ελλάδα είναι ένας σταθερός βραχίονας διαλόγου, συνεργασίας, συνεννόησης και λογικής σε μια ταραγμένη περιοχή. Ότι είναι μια δύναμη-πρεσβευτής του Διεθνούς Δικαίου και εκπρόσωπος του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Την ίδια ώρα, όμως, δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια κρύβοντας κάτω από το χαλί την πραγματικότητα επειδή είναι δύσκολη. Η Ελλάδα δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τον διάλογο με την Τουρκία. Ένα διάλογο, ο οποίος προφανώς δεν μπορεί να επανεκκινηθεί υπό καθεστώς απειλών. Ούτε όταν η άλλη πλευρά επιχειρεί να προκαταλάβει το αντικείμενό του ή να προεξοφλήσει μονομερώς και διά της ισχύος το αποτέλεσμά του μέσω ενεργειών που δεν συνάδουν με την καλή γειτονία και δεν έχουν κανένα έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο.

Η Ελλάδα δεν φοβάται τον διάλογο. Και δεν πρέπει να τον φοβάται. Η παρανομία δεν γεννά Δίκαιο. Ούτε, όμως, η αναβλητικότητα και η επίκληση δικαιωμάτων που βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο οδηγεί αυτομάτως στην εφαρμογή του και στην άσκησή τους. Η χώρα μας δεν έχει να χάσει από ένα οριοθετημένο πλαίσιο διαλόγου. Έχει να χάσει από την απουσία διαλόγου που αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε φαντασιώσεις να παρουσιάζονται ως δικαιώματα.

Διαβάστε ακόμη: Η μέθοδος Μέρκελ

Σε αυτή τη συγκυρία, η χώρα έχει μια πολύτιμη παρακαταθήκη. Αποδεικνύει ότι δεν είναι μέρος του προβλήματος, αλλά της λύσης. Και ως μέρος της λύσης και κράτος-μέλος της Ε.Ε., είναι συνδιαμορφωτής των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Είναι στο χέρι της Τουρκίας να περάσει στην άλλη πλευρά. Να αποτελέσει μέρος της λύσης και όχι το πρόβλημα. Να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για να προσέλθει σε διάλογο.

Δεν υπάρχουν απεριόριστες επιλογές επίλυσης και διευθέτησης. Οι τρόποι είναι συγκεκριμένοι. Από αυτή την επίμονη πραγματικότητα προκύπτει το δίλημμα. Και είναι σαφές. Είναι ανάμεσα σε μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση που κοιτάζει προς το μέλλον με αισιοδοξία, πατώντας γερά στα πόδια της, και σε μια φοβική χώρα που τρέφει και τρέφεται από το παρελθόν, αρνούμενη να κοιτάξει κατάματα το μέλλον.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει συνειδητά το πρώτο. Είναι, όμως, ένα δίλημμα στο οποίο πρέπει να απαντήσουν όλες οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις.

Πηγή: Αριστοτελία Πελώνη, Αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος, από το efsyn.gr


Δείτε περισσότερα νέα

7 views0 comments