Ο ποδοσφαιρικός λαϊκισμός του Μαραντόνα και η φαντασιακή εκδίκηση της περιφέρειας

Είχε παραμείνει συνεπής στην αντισυμβατική λαϊκότητά του αφού δεν αφομοιώθηκε ποτέ από τις «ελίτ», όπως κάνουν συχνότατα όσοι ξεκινούν αρχικά την καριέρα τους καθυβρίζοντάς τες, πριν γίνουν τελικά οι πιο δουλικοί υπηρέτες τους.

ENAΣ ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ή ένας αλαζονικός αλήτης; Βρίσκω τη συζήτηση και τις διαφωνίες περί Μαραντόνα, αμέσως μετά τον θάνατό του, τρομερά ενδιαφέρουσες, και όχι τόσο με ποδοσφαιρικούς όρους. Ο Ντιέγκο ήταν αναμφισβήτητα ένας τεχνίτης της μπάλας από τους πολύ λίγους που πέρασαν ποτέ από τα γήπεδα αλλά όχι ο μοναδικός. Πελέ, Κρόιφ, Ζιντάν, Ροναλντίνιο, Μέσι υπήρξαν εξίσου ικανοί τεχνίτες, οι περισσότεροι μάλιστα με πολύ ανώτερα φυσικά προσόντα από τον κοντόχοντρο αυτό Αργεντίνο που τη μισή εβδομάδα, όσο ήταν ενεργός ποδοσφαιριστής, την περνούσε στα στριπτιζάδικα και τις καταχρήσεις, παρέα με μαφιόζους και πόρνες. Δεν θα αρκούσαν συνεπώς μόνο τα τακουνάκια και οι ντρίπλες για να φτιάξουν έναν τέτοιο θρύλο. Ο μεγάλος παίκτης καταξιώνεται μεν μέσα στο γήπεδο από τα τρομερά κατορθώματά του με το ίδιο το τόπι. Ο θρύλος όμως φτιάχνεται έξω από τα γήπεδα, με όσα προκαλεί στις καρδιές των ανθρώπων. Και αυτό το φτωχόπαιδο από μια παραγκούπολη στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες ήξερε από ένστικτο να είναι κυρίως το δεύτερο. Ένας εν ζωή θρύλος. Ο Ντιέγκο υπήρξε ένας τυπικός «λαϊκιστής» στη δημόσια παρουσία του. Από τον τρόπο που μάλωνε με τον Πάπα για τους φτωχούς και τα χρυσά του Βατικανού, που δήθεν δεν τα εκποιούσε για να τους ανακουφίσει, μέχρι φυσικά τον γνωστό του έρωτα με τον Φιντέλ Κάστρο και τα τατού στο μπράτσο με τον Τσε. Ωστόσο, το παράδοξο ήταν πως επρόκειτο μάλλον για τον μοναδικό «λαϊκιστή» ηγέτη, σε οποιονδήποτε τομέα στην ιστορία, που κατάφερνε να φέρνει αποτελέσματα και δεν αποτύγχανε επί του πρακτέου -εκείνο που είναι δηλαδή πάντοτε το βασικό πρόβλημα των απανταχού λαϊκιστών: η ασυνέπεια έργων και λόγων, βασισμένη στην έτσι κι αλλιώς λάθος ανάλυση της πραγματικότητας. Αντίθετα, ο Μαραντόνα ήταν στην πράξη, δηλαδή στο γήπεδο, πολύ αποτελεσματικός. Κι αυτό, όπως θα έλεγε σήμερα ένας «τεχνοκράτης» που βλέπει μόνο νούμερα, ήταν απολύτως μετρήσιμο και αντικειμενικό. Πράγματι, πήρε στη δεκαετία του '80, μια από τις τελευταίες ομάδες της Ιταλίας, τη Νάπολη, που φλέρταρε κάθε χρόνο με τον υποβιβασμό, και την οδήγησε μέσα σε 2-3 χρόνια στην κατάκτηση δύο εθνικών πρωταθλημάτων κι ενός πανευρωπαϊκού τίτλου. Ας θυμηθούμε τι ήταν η Νάπολη ως τότε στην αντίληψη της υπόλοιπης Ιταλίας, και δη της βόρειας, πλούσιας και βιομηχανικής: η «χαβούζα» της χώρας, ο «βόθρος» της (fogne), η ιταλική «Αφρική», όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσαν οι ρατσιστές του βορρά που έβλεπαν ανέκαθεν με πλήρη υποτίμηση τους «τεμπέληδες του νότου». Και ας σκεφτούμε τον ρόλο και τη σημασία του ποδοσφαίρου στη γειτονική μας χώρα, ρόλο που συγκρίνεται μόνο με εκείνον στις λατινοαμερικάνικες χώρες από όπου άλλωστε προερχόταν και ο Μαραντόνα: μια εκκοσμικευμένη θρησκεία, ίδιας δύναμης και επιρροής με τον καθολικισμό, με την ομάδα κάθε πόλης να λειτουργεί για τους κατοίκους της ως μηχανισμός συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης. Όπως έλεγε ο Ντιέγκο, οι Ναπολιτάνοι δεν ενδιαφέρονται τόσο για το σπίτι τους ή τα παιδιά τους, όσο για το τι θα κάνει η ομάδα τους την Κυριακή στο γήπεδο. Και το γνωρίζει καλά όποιος έχει ζήσει στην Ιταλία. Συνεπώς, η ως τότε αδιανόητη αυτή επιτυχία για μια πόλη που μέσω της κατάκτησης του πρωταθλήματος έβρισκε ξανά μια αξιοπρεπή θέση στον εθνικό κορμό της χώρας ήταν που οδήγησε στην ανάδειξη του Μαραντόνα σε κανονικό τοπικό άγιο. Τον ίδιο ρόλο έπαιξε όμως και στο φαντασιακό των Αργεντίνων, ιδίως μέσω της συμμετοχής του στην εθνική ομάδα και στα Μουντιάλ της περιόδου. Αποκορύφωμα, το θρυλικό παιχνίδι με την Αγγλία στο Μουντιάλ του Μεξικό το 1986 και ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο επιτεύχθηκε η νίκη. Διότι δεν ήταν απλώς μια ποδοσφαιρική σύγκρουση, ήταν η ευκαιρία για μια ρεβάνς της Αργεντινής που είχε τόσο βαθιά ταπεινωθεί από την Αγγλία της Θάτσερ στον πόλεμο των Φώκλαντ, πριν από μόλις τέσσερα χρόνια. Είμαι περίπου βέβαιος μάλιστα ότι για τον ποδοσφαιρικό λαϊκισμό του Ντιέγκο καμία εκδίκηση δεν θα μπορούσε να είναι πιο κρύα από ένα γκολ στους «κωλοάγγλους» με χέρι (εμφανές σε όλον τον πλανήτη, πλην του διαιτητή), το οποίο θα συνοδευόταν λίγο μετά από ένα γκολ που έμοιαζε σαν να έπαιζε μόνος εναντίον έντεκα, και δικαίως θεωρείται το ωραιότερο στην παγκόσμια ιστορία του ποδοσφαίρου. Ακόμη και η ίδια η χαρά της κατάκτησης του Μουντιάλ αυτού στον τελικό με τη Γερμανία, δεν πιστεύω ότι ξεπέρασε ποτέ για τους Αργεντίνους την ηδονή εκείνης της νίκης επί των «επηρμένων αποικιοκρατών» και της «νεοφιλελεύθερης» πρωθυπουργού τους. Σημαντικό το ποδόσφαιρο για ένα έθνος αλλά πιο σημαντικά τα πολιτικά του συμφραζόμενα. Και ένας λαϊκιστής σαν τον Μαραντόνα το γνώριζε αυτό πολύ καλά. Στο όνομα, άλλωστε, μιας τέτοιας ποδοσφαιρικής ιδεολογίας, που βλέπει την μπάλα ως την εκδίκηση των φτωχών, ήταν έτοιμος να θυσιάσει και την ίδια την περίοπτη θέση του στο εικονοστάσι των Ναπολιτάνων. Όταν η μοίρα τα έφερε (αλλά οι μεγάλοι προκαλούν πάντα τα δράματα, έτσι δεν είναι...;) ώστε η εθνική ομάδα της Αργεντινής να βρεθεί να παίζει αντίπαλος της Ιταλίας στον ημιτελικό του Μουντιάλ του 1990, στο ίδιο το γήπεδο της Νάπολης όπου είχε μεγαλουργήσει επί έξι χρόνια ο Ντιέγκο, ο «θεός» τους δεν δίστασε να τους διχάσει. «Εγώ ήμουν δίπλα τους τόσα χρόνια που με χρειάζονταν», ήταν περίπου τα λόγια του λίγο πριν από το κρίσιμο παιχνίδι, «ας είναι και αυτοί κοντά μου τώρα που τους έχω εγώ ανάγκη». Ούτε λίγο, ούτε πολύ, τους καλούσε, με άλλα λόγια, να προδώσουν την ίδια την πατρίδα τους για χάρη της πίστης τους στην τοπική τους «θεότητα», δηλαδή στον ίδιο. Ο λαϊκισμός έχει τη δική του ηθική, ως γνωστό, κι εκείνος προερχόταν άλλωστε από τη χώρα που είχε γεννήσει τον περονισμό και τη σύγχρονη εκδοχή του λαϊκισμού. Ο Μαραντόνα πόνταρε στον εσωτερικό θυμό που ξέρει ότι σιγοβράζει πάντα στον υπήκοο της περιφέρειας της «αυτοκρατορίας». Δεν ανήκει πουθενά, παρά μόνο στη δυστυχία του, και δεν ορκίζεται πουθενά, παρά μόνο στο βρόμικο ψωμί που τρώει. Έτσι ένιωθε μονίμως ο ίδιος, τουλάχιστον, για τον οποίο ποτέ δεν ήταν ακριβώς τα λεφτά ο λόγος που ίδρωνε στα γήπεδα. Ωστόσο, παρά τον αρχικό τους διχασμό, οι Ναπολιτάνοι τελικά θα τον πρόδιδαν και θα στήριζαν με πάθος την εθνική τους ομάδα. Ο εθνικισμός έχει επίσης τη δική του ηθική δύναμη, αλλά ένα γνήσιο underdog σαν τον Ντιέγκο δεν έβλεπε τόσο τα έθνη ως υποκείμενα του κόσμου, όσο τον προαιώνιο και ατελεύτητο αγώνα δυνατών και αδύναμων που ρυθμίζει εντέλει όλα τα επίγεια. Είπαμε: οι «καλοί» λαϊκιστές το πολύ-πολύ να κερδίσουν ορισμένες μάχες, η ανάλυσή τους θα είναι όμως πάντα καταστατικά λάθος. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι θα ακολουθούσε από εκεί και μετά θα ήταν για την προσωπική του καριέρα μια καταστροφή. Ναρκωτικά, εξώγαμα, μόνιμα προβλήματα υγείας και αρνητική δημοσιότητα ήταν από τα διαρκή καμώματά του. Ποιος είπε ότι οι θρύλοι είναι μόνο φανταχτεροί. Ενίοτε είναι και θλιβεροί και σίγουρα πεθαίνουν πάντα νέοι. Ακόμη κι έτσι όμως, ο ποδοσφαιρικός λαϊκισμός της «φανέλας με το 10» είχε προλάβει να κάνει όσα δεν μπόρεσε να κάνει έκτοτε κανείς λαϊκιστής της πολιτικής. Είχε φέρει θριαμβευτικά αποτελέσματα, δόξα και χρήματα σε μια πρώην μικρή ομάδα, είχε κερδίσει μεγάλες μάχες με πανίσχυρους αντιπάλους στο ίδιο το γήπεδο και όχι μόνο στα λόγια, και κυρίως είχε παραμείνει συνεπής στην αντισυμβατική λαϊκότητά του αφού δεν αφομοιώθηκε ποτέ από τις «ελίτ», όπως κάνουν συχνότατα όσοι ξεκινούν αρχικά την καριέρα τους καθυβρίζοντάς τες, πριν γίνουν τελικά οι πιο δουλικοί υπηρέτες τους. Υπήρξε με άλλα λόγια ο μόνος λαϊκισμός που μπορεί να υπερηφανεύεται ότι τα κατάφερε στην πράξη, όσο αυτοκαταστροφικός κι αν υπήρξε στο τέλος. Αν είναι να μας ταλαιπωρεί ακόμη για πολύ η διεθνής των λαϊκιστών, ας πάρουν έστω μερικά μαθήματα «καλού λαϊκισμού» από την πιο επιτυχημένη εκδοχή του. Πηγή: Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, από το lifo.gr


Δείτε περισσότερα νέα

© 2019 George Kalafatakis

Get Social

  • LinkedIn Social Icon
  • YouTube
  • Twitter Social Icon
  • Facebook Social Icon