Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία μπορεί να επενδύσει 1,2 δισ. ευρώ

Συνέντευξη: Θεόδωρος Τρύφων.

Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία είναι από τους κλάδους που πλήρωσαν ακριβά το ασανσέρ της τελευταίας 20ετίας ευρισκόμενη από το ζενίθ της ανάπτυξης στο ναδίρ της κρίσης. Παρά την βαριά φορολόγηση, δεν έπαψε ποτέ να επενδύει και να καινοτομεί. Σήμερα οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες είναι περισσότερο έτοιμες από ποτέ να κινητοποιήσουν νέες επενδύσεις δισεκατομμυρίων στην έρευνα και στην παραγωγή για να καλύψουν το κενό των προηγούμενων ετών. Όπως λέει στο Liberal o πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας και αντιπρόεδρος της ELPEN Θεόδωρος Τρύφων, έστω και με ελάχιστα κίνητρα, όπως είναι ο συμψηφισμός του 8-10% του clawback με επενδύσεις, ο κλάδος απέδειξε ότι μπορεί να κάνει άλματα καθώς έχουν ήδη κατατεθεί στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, συνολικά 52 προτάσεις κυρίως από ελληνικές εταιρείες αλλά και ξένες εταιρείες ύψους 1,2 δισ. ευρώ για επενδύσεις σε βάθος τετραετίας, τόσο στον τομέα της παραγωγής όσο και στην έρευνα και ανάπτυξη. Ωστόσο σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΕΦ, χρειάζεται να γίνουν πολλά περισσότερα για να δούμε την παραγωγή να ενισχύεται στην Ελλάδα. Ο ίδιος επισημαίνει πως η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία χρειάζεται πάνω από όλα ένα ξεκάθαρο και σταθερό πλαίσιο τετραετίας-πενταετίας με βάση το οποίο θα υλοποιούνται οι επενδύσεις, να βρεθούν τρόποι ώστε παρασχεθούν επενδυτικά κίνητρα για την δημιουργία παραγωγικών μονάδων ιδίως στην Αττική όπου είναι συγκεντρωμένο το 85% των εταιρειών του κλάδου, και φυσικά να συνεχιστεί και να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το κίνητρο συμψηφισμού του clawback με επενδύσεις. Με την ιδιότητα του αντιπροέδρου της ELPEN η οποία έχει δρομολογήσει ένα πολύ μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα 120 εκατ. ευρώ σε βάθος τετραετίας και το υλοποιεί παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει, o Θεόδωρος Τρύφων στέλνει ένα αισιόδοξο μήνυμα: ότι το Ταμείο Ανάκαμψης και η Πολιτεία μπορεί να είναι αρωγοί στην κινητοποίηση επενδύσεων, ωστόσο είναι οι ίδιες οι εταιρείες και οι επιχειρηματίες του κλάδου που με δικά τους κεφάλαια επενδύουν στην ελληνική παραγωγή, στην έρευνα και στην καινοτομία, ενισχύοντας τον εξαγωγικό προσανατολισμό της χώρας και δημιουργώντας νέες και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Όλόκληρη η συνέντευξη στον Βασίλη Γεώργα: Κύρε Τρύφων, τόσο στις ΗΠΑ όσο κυρίως στην Ευρώπη καταγράφεται μια σημαντική αλλαγή πολιτικής για την επιστροφή των παραγωγικών μονάδων «εντός συνόρων» με επενδύσεις σε νέα εργοστάσια και την ενίσχυση της παραγωγής ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της επάρκειας φαρμάκων. Αυτή η αλλαγή πολιτικής είναι μια ευκαιρία για την περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς ; Πράγματι έχει ανοίξει μια πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το πως μπορούν να υπάρξουν κάποια καλύτερα κίνητρα και δεδομένα έτσι ώστε να μειωθεί στον μικρότερο δυνατό βαθμό η εξάρτησή της από τρίτες χώρες για είδη πρώτης ανάγκης όπως τα φαρμακο-υγειονομικά υλικά. Αυτό προφανώς δεν μπορεί να γίνει από τη μία μέρα στη άλλη. Εδώ το ζητούμενο είναι να αντιστραφεί μια τάση άνω των 20 ετών. Και για να επιτευχθεί χρειάζονται σοβαρές δομικές, παρεμβάσεις που θα πάρουν χρόνο για να λειτουργήσουν. Αλλά το γεγονός ότι η Ευρώπη συνειδητοποίησε αυτή την αδυναμία για την οποία εμείς προειδοποιούσαμε εδώ και χρόνια, είναι ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτό το διάλογο μέσω του θεσμικού οργάνου Medicines for Europe στο ΔΣ του οποίου εκπροσωπώ τη χώρα μας στις συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διαδικασίες προφανώς δεν είναι πολύ γρήγορες, όμως, το θέμα έχει πλέον τεθεί στο τραπέζι. Είναι μια συζήτηση που μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ανοίγει μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία... Δημιουργεί ευκαιρίες, και αυτό είναι ένα επιπλέον επιχείρημα στη συζήτηση που κάνουμε για το Ταμείο Ανάκαμψης ώστε να γίνει αποδεκτή η πρόταση το 8-10% των ποσών του clawback -που δεν είναι χρήματα του κράτους αλλά της βιομηχανίας- να μην το δίνει σε μετρητά αλλά σε επενδύσεις. Αυτό είναι το μεγαλύτερο win-win της διακυβέρνησης τα τελευταία δύο χρόνια. Παρέχοντας τη δυνατότητα σε ένα κλάδο να συμψηφίζει ένα κομμάτι του χρέους του με επενδύσεις, στην πραγματικότητα διοχετεύει κεφάλαια στην πραγματική οικονομία. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα χρηματοδοτείται μερικώς και η επένδυση της Pfizer στη Θεσσαλονίκη και έρχονται επενδύσεις και άλλων ξένων εταιρειών. Και βέβαια για πρώτη φορά μέσα από αυτό το σύστημα προγραμματίστηκε μέσα στην επόμενη τετραετία να δημιουργηθούν δώδεκα νέες παραγωγικές μονάδες και πάνω από 40 νέες γραμμές παραγωγής. Είναι, λοιπόν, πολύ επίκαιρη η συζήτηση για επιστροφή της παραγωγής όταν, όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση πάει προς τα εκεί, αλλά θα πρέπει να δούμε και συγκεκριμένα μέτρα για το πως μπορεί να υλοποιηθεί, και η Ελλάδα να μειώσει την εξάρτηση από τρίτες χώρες.

Μετά από μια δεκαετία κρίσης και απώλειας σημαντικών κεφαλαίων, πόσο ανταγωνιστική είναι σήμερα η ελληνική φαρμακοβιομηχανία σε σύγκριση με τον διεθνή ανταγωνισμό ; Παρά την κρίση έχουμε ένα πολύ σημαντικό ερευνητικό και παραγωγικό αποτύπωμα, πολύ πιο μεγάλο σε σύγκριση με άλλες χώρες. Αυτή την στιγμή λειτουργούν 29 παραγωγικές εταιρείες με 40 εργοστάσια, συμπεριλαμβανομένης και της Boehniger η οποία είναι και παραγωγικό hub για πολλές χώρες και εξάγει. Αυτό είναι μια πολύ σημαντική βάση. Χάθηκε, όμως, μια ολόκληρη δεκαετία στην οποία οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες. Εκτός από παραγωγική βάση έχουμε ένα πολύ σημαντικό δίκτυο, κουλτούρα και εμπειρία σε εξαγωγές. Εξάγουμε σε πάνω από 80 χώρες. Το ελληνικό φάρμακο είναι σημαιοφόρος σε πάρα πολλές χώρες και αυτό μόνο προς το καλύτερο μπορεί να εξελιχθεί. Επίσης αρχίζει να βελτιώνεται η συνεργασία με τα πανεπιστήμια, τους ερευνητικούς φορείς και ιδρύματα, και τις εταιρείες R&D. Όλο αυτό το οικοσύστημα έχει κάποια κονδύλια για να αναπτυχθεί και νομίζω ότι την επόμενη πενταετία θα δούμε άλματα στον τομέα αυτό, αρκεί να υπάρξει μια ομπρέλα συνεργιών στην έρευνα και ανάπτυξη ώστε να γίνεται η καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση των πόρων για να καταλήγουν σε ανταγωνιστικά προγράμματα και τεχνολογίες που μπορεί να αξιοποιήσει η βιομηχανία. Προσφάτως, στο Forum των Δελφών, είπατε πως η Ελλάδα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παραγωγικό και ερευνητικό κόμβο για ολόκληρη την Ευρώπη. Τι απαιτείται για να τα καταφέρουμε; Για τα επόμενα χρόνια διασφαλίζονται χρήματα κυρίως για έρευνα και ανάπτυξη. Υπάρχει η τάση να πάμε προς τα εκεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και υπάρχει και αυτή η κουλτούρα συνεργασίας που αναπτύσσεται μεταξύ εταιρειών, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων κάτω από την ομπρέλα της Πολιτείας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στο να γίνει ένα ερευνητικό hub στο κομμάτι έρευνας και ανάπτυξης. Το κομμάτι της παραγωγής είναι πιο σύνθετο. Και στην παραγωγή και στην έρευνα, πάμε σε νέες τεχνολογίες. Εδώ πρέπει να καλύψουμε το κενό που μας άφησε η υπερφορολόγηση των προηγούμενων ετών με αποτέλεσμα να έχουμε μείνει πίσω σε νέες τεχνολογίες. Αν στην Ελλάδα υπήρχαν κίνητρα και δεν είχε δημιουργηθεί αυτό το μεγάλο επενδυτικό κενό των προηγούμενων χρόνων, θα είχε μπει πιο εύκολα σε νέες τεχνολογίες ή σε πλατφόρμες νέων τεχνολογιών, και θα βρισκόμασταν ένα βήμα πιο κοντά σε βιολογικά φάρμακα, σε βιολογικούς παράγοντες, κλπ. Αυτό είναι το έδαφος που πρέπει να καλυφθεί. Όμως αυτή τη στιγμή οι μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες εξειδικευόμαστε σε κάποιες τεχνολογικές καινοτομίες. Όλα αυτά δημιουργούν ένα διασυνδεδεμένο οικοσύστημα ανάπτυξης της παραγωγής. Η εξειδίκευση είναι πολύ σημαντική, όπως επίσης οι συνέργειες, η καλή χρήση των κονδυλίων, και φυσικά το άνοιγμα των δικτύων στο εξωτερικό. Όλα αυτά είναι οι προϋποθέσεις ώστε να γίνουμε ένα καλύτερο ερευνητικό και παραγωγικό hub. Σε αυτό σημαντικό ρόλο θα έχουν και οι επενδύσεις που θα έρθουν από το εξωτερικό. Ήδη με τα κίνητρα που υπήρξαν έχουν δρομολογηθεί κάποιες επενδύσεις, και ήδη με τον συμψηφισμό του clawback για το κομμάτι της έρευνας και ανάπτυξης, ξένες εταιρείες υποβάλλουν προγράμματα κλινικών μελετών και νομίζω ότι αυτό μπορεί να εξελιχθεί πολύ θετικά, να υπάρξει δηλαδή μια γεωμετρική αύξηση αν συνεχιστούν και ενισχυθούν αυτά τα κίνητρα.

Εκτός από την Πανελλήνια Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, κρατάτε το τιμόνι μιας μεγάλης φαρμακοβιομηχανίας. Η ELPEN υλοποιεί ήδη ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 51 εκατ. ευρώ για ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής φαρμάκων στην Κερατέα και σε ένα Ινστιτούτο Έρευνας και Καινοτομίας στα Σπάτα. Για τα επόμενα χρόνια προγραμματίζετε συνολικές επενδύσεις ύψους 120 εκατ. ευρώ. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς και πόσο συνέβαλε στην απόφασή σας, το κίνητρο του συμψηφισμού; Στην ELPEN επενδύουμε διαχρονικά στην έρευνα και την ανάπτυξη. Κάνουμε πράξη όλα τα προηγούμενα γιατί πιστεύουμε στις δυνατότητες τις Ελλάδα. Προφανώς και το κίνητρο του συμψηφισμού είναι παρά πολύ σημαντικό. Αλλά θα επαναλάβω. Αυτό το πρόγραμμα καλύπτει ένα μικρό μόνο μέρος των κεφαλαίων που χάσαμε τα περασμένα χρόνια. Μας δίνει μεν μια ώθηση αλλά το συνολικό μας επενδυτικό πρόγραμμα είναι κάτι που θα παλέψουμε κυρίως με τις δικές μας δυνάμεις, και αυτό κάνουμε βασιζόμενοι στα έσοδα μας από την Ελλάδα και τις εξαγωγές μας. Το επενδυτικό πρόγραμμα που υλοποιούμε είναι πολύ σημαντικό για την ELPEN γιατί θα κρατήσει την εταιρεία ανταγωνιστική την επόμενη δεκαετία. Είναι επίσης πολύ σημαντικό γιατί όλο αυτό το πρόγραμμα υλοποιείται στην Ελλάδα, με Έλληνες επιστήμονες και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, μόνιμες και καλά αμειβόμενες. Και είναι επίσης σημαντικό γιατί δείχνει και τις δυνατότητες της Ελλάδας και της βιομηχανίας της. Όλα αυτά τα τονίζω γιατί ό,τι και να λέμε στα λόγια, οι πράξεις είναι που μετράνε σε μια χώρα που έχει βασανιστεί τόσο πολύ και που η ανεργία των νέων έχει φτάσει στο 40% και πρέπει να δούμε πως θα είναι η επόμενη μέρα μετά την πανδημία.

Μαζί με τον συνέταιρό μου και πρόεδρο της εταιρείας Κωνσταντίνο Πενταφράγκα αποφασίσαμε εδώ και τέσσερα χρόνια να επενδύσουμε όλα μας τα κεφάλαια για να διασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα αυτής της εταιρείας ώστε να μπορούμε ως όμιλος να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε και να κρατήσουμε, αλλά κυρίως να αυξήσουμε τους πάνω από 1200 εργαζόμενους που έχουμε. Ελπίζω να μην έχουμε περαιτέρω αντιξοότητες. Αυτό που ζητάμε δεν είναι επιπλέον κίνητρα αλλά το αυτονόητο: άρση αντικινήτρων. Ώστε κάθε εταιρεία να μπορεί να βασιστεί στις δυνάμεις της και να μιλήσει με έργα. Το επενδυτικό πρόγραμμα της ELPEN εκπέμπει ένα αισιόδοξο μήνυμα. Όταν μια μεγάλη ελληνική βιομηχανία ή μια μεσαία ευρωπαϊκή επιχείρηση που έχει πληγεί τόσο σκληρά τα τελευταία χρόνια, αποφασίζει να κάνει όλες τις επενδύσεις της μέσα στην Ελλάδα και να ενισχύσει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της χώρας με φάρμακα που θα προέλθουν από νέες τεχνολογίας και έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή, είναι μια απτή απόδειξη ότι εμπιστευόμαστε τη χώρα, την οικονομία και τις προοπτικές της.

Μπορεί η κρίση του κορονοϊού να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ωστόσο η οικονομική κρίση που προκάλεσε φαίνεται να ξεπερνιέται σταδιακά. Είναι κοινή εκτίμηση πως η πορεία θα είναι σταθερά ανοδική για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια. Με δεδομένο ότι η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους, ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή της στην ανάκαμψη ; Τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται ένας πολύ σημαντικός επενδυτικός σχεδιασμός ο οποίος είναι σε εξέλιξη από πάρα πολλές ελληνικές και κάποιες ξένες βιομηχανίες. Παρά την υπερφορολόγηση της φαρμακοβιομηχανίας, η οποία δυστυχώς δεν έχει μειωθεί, δόθηκαν κάποια κίνητρα τα τελευταία δυόμισι χρόνια ώστε οι εταιρείες του κλάδου να μπορούν να συμψηφίζουν το 8-10% του clawback, δηλαδή ένα μικρό σχετικά ποσό, με επενδύσεις. Αυτή και μόνο η μικρή αλλαγή κινητοποίησε τις επενδυτικές δυνάμεις στον κλάδο. Κατατέθηκαν στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, συνολικά 52 προτάσεις κυρίως από ελληνικές εταιρείες αλλά και ξένες εταιρείες ύψους 1,2 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας τόσο στον τομέα της παραγωγής όσο και στην έρευνα και ανάπτυξη. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι έστω και με ελάχιστα κίνητρα, ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας στη χώρα μας μπορεί να έχει ένα πολύ έντονο επενδυτικό αποτύπωμα. Και αυτό συμβαίνει ενώ οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται υπέρμετρα από την άμεση και κυρίως την έμμεση φορολογία, σε μια οικονομία η οποία βγαίνει μετά από μια δεκαετή περίοδο μνημονίων και με τη νέα κρίση της πανδημίας να δημιουργεί προβλήματα στα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει πληρώσει ακριβά και με πολύ βίαιο τρόπο το ασανσέρ της τελευταίας 20ετίας. Από το ζενίθ της πενταετίας 2005-2009 στο ναδίρ της δεκαετίας 2010-2019. Οι υποχρεωτικές εκπτώσεις, το rebate μαζί με το clawbak και τους φόρους, φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις στο 70%. Ό,τι τιμολογούμε σε ελληνικά ταμεία και νοσοκομεία είναι 70%. Αυτό είναι 20 μονάδες παραπάνω από τον ανταγωνιστή μας στη Λετονία, στη Λιθουανία, στο Βέλγιο, παντού. Στην Ελλάδα πληρώνουμε τρεις φορές περισσότερα clawback σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει πως έχουμε χάσει πάνω από 500-600 εκατ. ευρώ την τελευταία 8ετία σε επενδυτικά κεφάλαια. Αυτό το τεράστιο ποσό που έχει χαθεί θα πρέπει να το καλύψουμε όσο μπορούμε μέσα στην επόμενη τριετία μέσω του ταμείου Ανάκαμψης, με μείωση του clawback και κυρίως με επιλογές που θα κάνουν οι εταιρείες επειδή και οι επιχειρηματίες έχουμε εξίσου μεγάλη ευθύνη για τις στρατηγικές επιλογές μας. Φανταστείτε τα μισά μόνο από όλα αυτά τα χρήματα που πάνε σε ένα καλάθι επιστροφών, να επενδύονταν στην Ελλάδα σε παραγωγικές μονάδες, πόσο πολύ θα μπορούσε να συμβάλει η εγχώρια φαρμακευτική βιομηχανία στην ανάκαμψη. Με δεδομένο δε και το πολύ καλό track record που έχουν οι ελληνικές εταιρείες στην ευρωπαϊκή αγορά και τις εξαγωγές, θα μπορούσαμε να κάνουμε θαύματα. Θα μπορούσαν αυτές οι πρώτες επενδύσεις που σχεδιάζονται ή ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη, να αποτελέσουν βάση ώστε το επενδυτικό αποτύπωμα του κλάδου να γίνει ακόμη μεγαλύτερο στο μέλλον; Και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; Επειδή οι επενδύσεις στο φάρμακο έχουν μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα ξεκινώντας από την ανάπτυξη μέχρι την παραγωγή και την κυκλοφορία στην αγορά, αυτό που απαιτείται πάνω από όλα είναι να θεσπιστεί ένα ξεκάθαρο και σταθερό πλαίσιο τετραετίας-πενταετίας με βάση το οποίο θα υλοποιούνται οι επενδύσεις. Μια δεύτερη, εξίσου σημαντική προϋπόθεση, είναι να συνεχιστεί και να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο το κίνητρο συμψηφισμού του clawback με επενδύσεις, πάνω από το επίπεδο του 8-10% που είναι σήμερα. Τρίτον πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να παρασχεθούν επενδυτικά κίνητρα για την δημιουργία παραγωγικών μονάδων. Το πρώτο βήμα, που είναι ο συμψηφισμός με επενδύσεις, έχει γίνει, αλλά χρειάζονται πολλά περισσότερα. Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες προτιμούν λοιπόν να έχουν λιγότερες πωλήσεις σε top line στην Ελλάδα, αλλά να έχουμε ένα σταθερότερο περιβάλλον επιστροφών για να ξέρουμε τι συμβαίνει με την κερδοφορία.

Το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να συμβάλει στην επενδυτική δραστηριότητα της φαρμακοβιομηχανίας; Είναι σημαντικό ότι ένα κομμάτι παροχής κινήτρων έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης, με προϋποθέσεις φυσικά κάποιες μεταρρυθμίσεις. Για το 2022 υπολογίζονται 100 εκατ. ευρώ, και για το 2022 και 2023, από 75 εκατ. ευρώ. Τα ποσά αυτά, όμως, αναφέρονται κυρίως σε επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης και δεν δημιουργούν κίνητρο για παραγωγικές επενδύσεις στη βιομηχανία, κυρίως δε στο Νομό Αττικής όπου ισχύει ο περιορισμός του 10% για τις Περιφερειακές ενισχύσεις. Για να καταλάβουμε. Ενώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης θα χρηματοδοτείται η βιομηχανία φαρμάκου, δεν θα χρηματοδοτείται αυτή καθ' αυτή η παραγωγή; Η δημιουργία νέων εργοστασίων στην Αττική; Κατά τη γνώμη μας υπάρχουν πολύ λιγότερα κονδύλια από ό,τι θα έπρεπε για την παραγωγή. Στη φαρμακοβιομηχανία δίνεται βάρος στα κονδύλια της έρευνας και της ανάπτυξης αλλά δεν υπάρχει κάτι για την παραγωγή λόγω της ιδιαιτερότητας στο Νομό Αττικής. Το θέμα που έχει ανακύψει με τις επενδύσεις στην Αττική μας δυσκολεύει αρκετά, και πρέπει να δούμε πως θα εξελιχθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία ώστε να μπορούν να είναι επιλέξιμες κάποιες επενδυτικές δαπάνες στην παραγωγή ανεξάρτητα από τον Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων. Διότι όταν το 85% της παραγωγής φαρμάκου στη χώρα μας είναι στην Αττική και στόχος είναι να βγεις από την κρίση με παραγωγικές επενδύσεις, αυτό πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Άρα θα έπρεπε να είναι επιλέξιμες οι δαπάνες στην παραγωγή με τον ίδιο τρόπο όπως είναι και στην έρευνα. Και όχι να μπουν περιοριστικά ποσοστά όπως είναι αυτά των Περιφερειακών Ενισχύσεων. Εδώ δεν υπήρξε η ευελιξία που περιμέναμε να δούμε. Και αν δεν υπάρξει ευελιξία, θα είναι πολύ δύσκολο να απορροφηθούν προς τη σωστή κατεύθυνση τα ποσά αυτά. Θα ήθελα να προτείνω το εξής: το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση -και νομίζω πως έτσι σκέφτεται το υπουργείο Οικονομικών που θα έχει την ευθύνη του προγράμματος ανάκαμψης- είναι να βάλει ένα δείκτη προστιθέμενης αξίας, ανταποδοτικότητας, δίπλα στο κάθε ευρώ που απορροφάται από το ταμείο Ανάκαμψης. Η επόμενη πενταετία είναι εξαιρετικά κρίσιμη για τη χώρα μας και πρέπει να προετοιμαστούμε για να τα κάνουμε όλα σωστά. * Ο Θεόδωρος Τρύφων είναι πρόεδρος της ΠΕΦ και αντιπρόεδρος της ELPEN Πηγή: liberal.gr


Δείτε περισσότερα νέα


4 views0 comments