Η Γέφυρα που μάθαμε να αγαπούμε

Ήταν Αύγουστος του 2004 όταν η μεγαλοπρεπής Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου εγκαινιαζόταν ανάμεσα σε πανηγυρισμούς και επικρίσεις για να αλλάξει τελικά μέσα σε αυτά τα 16 χρόνια τη Δυτική Ελλάδα. Σήμερα, που η κυβέρνηση δηλώνει ότι θέλει και δείχνει να μπορεί, νέα εμβληματικά έργα συζητούνται για να πάρουν τη θέση της.

Φωταγωγήθηκε, σημαιοστολίστηκε, γιόρτασε την 16η επέτειο των εγκαινίων της σε βάθος 120 ετών -τόσο είναι το προσδόκιμο της ζωής της. Οι εντυπωσιακές νυχτερινές φωτογραφίες της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου (σ.σ.: ενεργοποιεί δύτες και ρομποτικά υποβρύχια για τους απαραίτητους κάθε τόσο ελέγχους) έκαναν τον γύρο του Διαδικτύου, ξεθωριάζοντας έριδες και γκρίνιες του παρελθόντος, ακόμη και αυτές για τα ακριβά διόδια. Υπογραμμίζοντας τη σημασία των εμβληματικών έργων για την οικονομία της χώρας, την κοινωνία, το συλλογικό της αφήγημα. Το όραμα του Χαρίλαου Τρικούπη στα τέλη του 19ου αιώνα θεμελιώθηκε βέβαια περίπου εκατό χρόνια αργότερα, επί Κώστα Σημίτη. Δεν είναι το μοναδικό που περίμενε καιρό. Η σύλληψη για το μετρό της Αθήνας χρονολογείται από τη δεκαετία του 1950.

Η έμπνευση για την κατασκευή της Αττικής Οδού εντοπίζεται πρώτη φορά στο σχέδιο Δοξιάδη του 1947, και αργότερα στη μελέτη Σμιθ του 1963. Ακόμη κι όταν φθάνει η ώρα ιδέες και δεσμεύσεις να γίνουν πραγματικότητα, τίποτε δεν γίνεται αναίμακτα. Θυμηθείτε τις συγκρούσεις για το αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» στα Σπάτα, την Εγνατία Οδό, τα νεότερα τμήματα του αυτοκινητόδρομου της ΠΑΘΕ. Τα μεγάλα σχέδια προσκρούουν σε ενστάσεις περί φαραωνικών κατασκευών, στην καχυποψία περί κακών εργολάβων, στην απειλή της διασπάθισης δημοσίου χρήματος. «Πόσο θα μας κοστίσει…». Η φόρα που είχε η χώρα τη δεκαετία του ’90, με την ώθηση των κοινοτικών κονδυλίων και τη δυναμική των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, επέτρεψε την υλοποίησή τους, με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Και το τοπίο άλλαξε καθοριστικά. Το παράδειγμα της Γέφυρας είναι ενδεικτικό: δεν βελτίωσε μόνο την επικοινωνία της Αθήνας και της Πάτρας με τη Δυτική Στερεά και την Ήπειρο. Άλλαξε και τις κοινωνικές συντεταγμένες, από την εποχή της κατασκευής της ακόμη, αύξησε τις τιμές των ακινήτων από τη Ναυπακτία ως και τις περισσότερες παραλιακές περιοχές, προκάλεσε οικιστική επέκταση της Πάτρας προς το Ρίο, μείωσε κατά τόπους τα ποσοστά ανεργίας. (σ.σ.: Τα στοιχεία προέρχονται από μελέτη του Πανεπιστημίου Πατρών και του Παντείου). Οι εραστές των υποδομών επιμένουν άλλωστε ότι είναι τέτοια η ανάταση στον κατασκευαστικό χώρο σε κάθε μεγάλο έργο, που μπορεί να δώσει πνοή ζωής μέχρι και σε 600 επαγγέλματα. Μικροί και μεγάλοι φάροι δημιουργίας θέσεων εργασίας, με αντίκτυπο στην καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη. Υπάρχουν βεβαίως και οι ματαιώσεις, και τα λάθη. Η Αθήνα δεν έγινε ποτέ Βαρκελώνη. Σειρά ολυμπιακών ακινήτων στέκουν εγκαταλειμμένα, ποτέ δεν κατάφεραν με νοηματοδοτηθούν πέρα και πάνω από τους Αγώνες, παραμένοντας αδιάψευστοι δείκτες αποτυχίας διαχείρισης. Το ισπανικό μοντέλο απεδείχθη όνειρο απατηλό: 64 ελληνικά γραφεία μελετών και 49 κατασκευαστικές εταιρείες παρέδωσαν 18 νέες αθλητικές εγκαταστάσεις και 12 ανακαινισμένες, χωρίς να έχει συνταχθεί ολοκληρωμένο σχέδιο αξιοποίησης.

Σήμερα, που η κυβέρνηση δηλώνει ότι θέλει και δείχνει να μπορεί, νέα εμβληματικά έργα παίρνουν τη θέση της Γέφυρας. Είναι το Ελληνικό, οι επεκτάσεις του μετρό της Αθήνας, αλλά και το πολύπαθο μετρό της Θεσσαλονίκης, η νέα Περιφερειακή Οδός της Θεσσαλονίκης -το FlyOver (υπερυψωμένη ταχεία λεωφόρος)- ή ο ΒΟΑΚ (Βόρειος Οδικός Αξονας) στην Κρήτη, η πολυσυζητημένη αναβάθμιση του σιδηροδρομικού δικτύου. Στα εμβληματικά έργα δεν συγκαταλέγονται, όμως, μόνο οι μεγάλες υποδομές. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει εμβληματικές για τη χώρα μια σειρά από παρεμβάσεις μικρότερου βεληνεκούς, ικανές να αναγεννήσουν ολόκληρες περιοχές. Το σχέδιο αναβάθμισης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τα πέριξ αυτού. Τη μεταμόρφωση των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ, την κατεδάφιση των φυλακών Κορυδαλλού και τη δημιουργία πάρκου και πολυχώρου Πολιτισμού. Το Βασιλικό Κτήμα στο Τατόι και τη μετεξέλιξή του -δώρο στους Αθηναίους περιπατητές. Τη δημιουργία Κέντρων Καινοτομίας. Ο κόσμος υποδέχεται τα σχέδια με ζέση, αν όχι και με λαχτάρα (αποτυπώνεται σε έρευνες, όπως της ΚάπαResearch, για τα εμβληματικά έργα στην Αττική). Είναι σαφές: τα θεωρεί πολύτιμης ύφανσης χαλί για την ανάπτυξη, αλλά και κέλυφος πολιτισμικό στην καθημερινότητά του.

Δείτε μόνο πόσοι περιμένουν να δουν την ανάσταση της Πατησίων. Πόσοι αδημονούν να ζήσουν την αναβάθμιση του Μουσείου, να ξαναγυρίσουν στην εικόνα της μη εγκληματικότητας στην περιοχή, να συναντήσουν κύμα τουριστών στην πάλαι ποτέ λαμπερή περιοχή, της «παλιάς καλής Αθήνας». Έτσι κι αλλιώς, το χαρτοφυλάκιο του Πολιτισμού κρατά πολύ δυνατά χαρτιά για τα τοπόσημα της πόλης, τους θύλακες της δημιουργικής βιομηχανίας της, τους πυρήνες ιστορίας της. Είναι τόσο ταλανισμένη η πρωτεύουσα, και οι πολίτες της τόσο εξουθενωμένοι από τη μιζέρια των μνημονίων και της Covid-19 εποχής, που οι αλλαγές αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως ελιξίριο ζωής, παρασκεύασμα τονωτικό της συλλογικής φαντασίωσης του «πάμε μπροστά», του μη μαρασμού, της εξέλιξης. Δεν υπάρχει φωνή λογικής αντιπολίτευσης, ούτε απόχρωση σοβαρής πολιτικής που να λέει «όχι» σε ένα σχέδιο αναβάθμισης της ίδιας της ποιότητας ζωής. Κίνδυνος όμως υπάρχει, ελλοχεύει και είναι διττός: να μη στραφεί το έργο κατά του ίδιου του τού εαυτού. Να γίνει ορθολογικά, εντός προθεσμιών και συμφωνηθέντων, χωρίς πρόσωπα καρικατούρες και δολιχοδρομήσεις. Και παράλληλα, να ενταχθεί οργανικά στον ιστό της πόλης. Σαν να μην έλειπε ποτέ, σαν να ήταν πάντα εκεί. Όχι σαν προσθήκη -εξάμβλωμα, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι. Πηγή: Ελευθερία Κόλλια, από το Protagon.gr


Δείτε περισσότερα

4 views0 comments