Ηλίας Μόσιαλος : Γνώση, αβεβαιότητα και νόσος από κοροναϊό

«Η επιστημονική κοινότητα από την αρχή της πανδημίας προσπαθεί να αντιμετωπίσει σε πραγματικό χρόνο τα κλινικά ερωτήματα που αναδύονται» εξηγεί σε ανάλυσή του ο καθηγητής του LSE Ηλίας Μόσιαλος. Τι επισημαίνει για το εύρος των συμπτωμάτων, την ασυμπτωματικότητα, την υπερδιασπορά, τα τεστ και τα εμβόλια.

«Η επιστημονική κοινότητα από την αρχή της πανδημίας προσπαθεί να αντιμετωπίσει σε πραγματικό χρόνο τα κλινικά ερωτήματα που αναδύονται» εξηγεί σε ανάλυσή του ο καθηγητής του LSE Ηλίας Μόσιαλος.

Τι επισημαίνει για το εύρος των συμπτωμάτων, την ασυμπτωματικότητα και την υπερδιασπορά. Τι εξηγεί για τα τεστ, τις επιπτώσεις τους συγχρωτισμού, το ρυθμό ανάπτυξης των εμβολίων, αλλά και την αποτελεσματικότητα τους.

Η ανάλυση του Ηλία Μόσιαλου

«Έχοντας να κάνει με ένα νέο ιό, η επιστημονική κοινότητα από την αρχή της πανδημίας προσπαθεί να αντιμετωπίσει σε πραγματικό χρόνο τα κλινικά ερωτήματα που αναδύονται.

Ας ξαναδούμε μερικά από αυτά τα περίπλοκα θέματα που μας έχουν απασχολήσει όλο αυτό το διάστημα εστιάζοντας στο εύρος των αντιθέσεων.

Ασθενείς και εύρος συμπτωμάτων

Υπάρχουν ορισμένοι σαφείς παράγοντες για το ποιος αντιμετωπίζει υψηλότερους κινδύνους σοβαρής ασθένειας, αλλά δεν είναι τελείως σαφές γιατί μερικοί άνθρωποι χωρίς υποκείμενα νοσήματα πάσχουν και κάποιοι όχι.

Το τεράστιο εύρος συμπτωμάτων για άτομα που πάσχουν από COVID-19 -από μια πραγματικά ασυμπτωματική περίπτωση, έως ήπια συμπτώματα, έως μέτρια ασθένεια που οδηγεί σε επιπλοκές διάρκειας πολλών μηνών, έως θάνατο- απασχολεί ακόμα τους ερευνητές όλων των ειδικοτήτων.

Θετικό τεστ δεν σημαίνει πάντα συμπτώματα: ασυμπτωματικότητα αλλά και υπερδιασπορά

Τα Αμερικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων τον Ιούλιο εκτιμούσαν ότι τουλάχιστον το 40% των ατόμων που έχουν μολυνθεί με COVID-19 είναι ασυμπτωματικά.

Η πιθανότητα μετάδοσης από τους ασυμπτωματικούς φαίνεται να είναι λίγο μικρότερη από την πιθανότητα μετάδοσης από τους συμπτωματικούς ασθενείς (75 vs 100%).

Τα στοιχεία επίσης δείχνουν ότι η μεταδοτικότητα είναι αυξημένη στους συμπτωματικούς ασθενείς για 2-3 μέρες πριν εκδηλώσουν συμπτώματα.

Ταυτόχρονα όμως, διαπιστώνεται πως κάποιο ποσοστό μολυσμένων ατόμων -ίσως από 10% έως 20%- ευθύνεται για περίπου το 80% των νέων περιπτώσεων, συχνά μέσω εκδηλώσεων σε εσωτερικούς χώρους.

Το αν συμβαίνει αυτή η μετάδοση εξαρτάται από ένα πλήθος μεταβλητών: πόσα άτομα βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο μέρος, πώς είναι ο εξαερισμός στο δωμάτιο και, φυσικά, εάν υπάρχει κάποιος φορέας COVID-19 στο χώρο.

Αρνητικό τεστ δεν σημαίνει πάντα ανάκαμψη: παιδιά αλλά και ασθενείς με συμπτώματα Covid-19 μακράς διάρκειας

Τα παιδιά συνήθως δεν εμφανίζουν τα σοβαρά συμπτώματα που στέλνουν τους ενήλικες στο νοσοκομείο. Συμβάλλουν στη μετάδοση του SARS-CoV-2, αν και το γιατί δεν αναπτύσσουν συμπτώματα συχνά παραμένει ασαφές.

Όπως και οι ενήλικες, τα παιδιά με άλλες παθήσεις υγείας -παχυσαρκία, χρόνιες πνευμονικές παθήσεις ή βρέφη που γεννήθηκαν πρόωρα- διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τα υγιή παιδιά.

Ίσως το πιο ανησυχητικό, είναι ότι ένα μικρό ποσοστό παιδιών που έχουν μολυνθεί με COVID-19 συνεχίζουν να αναπτύσσουν μια κατάσταση όπου πολλά όργανα δέχονται επίθεση από το δικό τους ανοσοποιητικό σύστημα.

Ονομάζεται πολυοργανικό φλεγμονώδες σύνδρομο ή MIS-C, και φαίνεται να εμφανίζεται περίπου δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά τη μόλυνση του COVID-19. Τα περισσότερα παιδιά που αναπτύσσουν αυτό το σύνδρομο αναρρώνουν.

Οι θάνατοι μεταξύ παιδιών και εφήβων είναι σπάνιοι αλλά τα παιδιά δεν είναι άτρωτα, όπως άτρωτοι δεν είναι και όσοι αναρρώνουν. Οι γιατροί ανησυχούν ότι η πανδημία θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση ανθρώπων που θα μάχονται το μακροχρόνιο αντίκτυπο της ασθένειας.

Όμως, η ασθένεια είναι νέα, και κανείς δεν ξέρει ακόμα ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Μερικά από τα ζητήματα θα προέρχονται από τις παρενέργειες της εντατικής θεραπείας, όπως η διασωλήνωση, ενώ άλλα παρατεταμένα προβλήματα θα μπορούσαν να προκληθούν από τον ίδιο τον ιό.

Ωστόσο, οι προκαταρκτικές μελέτες και η υπάρχουσα έρευνα σε άλλους κορωνοϊούς υποδηλώνουν ότι ο ιός μπορεί να τραυματίσει πολλά όργανα και να προκαλέσει δυστυχώς μεγάλο εύρος παθολογίας. Για αυτό πολλές μελέτες παρακολούθησης ατόμων που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2, έχουν ήδη ξεκινήσει.

Επίπεδα μόλυνσης που επηρεάζουν την παραγωγή αντισωμάτων: προϋπάρχουσα διασταυρούμενη ανοσοπροστασία αλλά και ανοσία

Γνωρίζουμε πως όσον αφορά την ανοσία, για παράδειγμα στην Ισλανδία, η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών που εξετάστηκαν είχε αναπτύξει αντισώματα τουλάχιστον τέσσερις μήνες μετά τη διάγνωση.

Είναι πιθανό η ανοσία να έχει και μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά η πλειοψηφία -ως γνωστόν- δεν έχει κολλήσει τον ιό. Ίσως έως και το ήμισυ του πληθυσμού να έχει Τ κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που αρχικά δημιουργήθηκαν ως απόκριση σε λοίμωξη από έναν από τους άλλους κοινούς ιούς που προκαλούσαν το κρυολόγημα, αλλά μπορούν επίσης να αναγνωρίσουν το SARS-CoV-2.

Αυτά τα «αντιδραστικά» κύτταρα Τ θα μπορούσαν να βοηθήσουν να δώσουν στο ανοσοποιητικό σύστημα την ώθηση που χρειάζεται για να αποτρέψει σοβαρά συμπτώματα, αλλά οι ερευνητές δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα ποιος είναι ο ρόλος και για πόσο κρατάει αυτή η ανοσοπροστασία, εάν υπάρχει στην πραγματικότητα.