Εισβολή στην Ουκρανία: Η γεωπολιτική ανασφάλεια της Ρωσίας και η Δύση

Σύμφωνα με τη ρωσική σκέψη, είναι η γεωγραφία που απαιτεί και επιβάλλει σήμερα την επέκταση της χώρας πέραν των ρωσικών περιοχών.

Ο Γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιττεράν είχε κάποτε πει πως κάθε χώρα έχει την εξωτερική πολιτική της γεωγραφίας της. Στην περίπτωση της Ρωσίας, η γεωγραφία φαίνεται να έχει διαχρονικά διαποτίσει την στρατηγική σκέψη της χώρας με μία γεωπολιτική ανασφάλεια, που την οδηγεί ιστορικά σε προσπάθειες αναζήτησης στρατηγικού βάθους και φυσικών συνόρων.

Από την Μεγάλη Αικατερίνη, που δήλωνε ότι «ο μόνος τρόπος να υπερασπίσω τα σύνορά μου είναι να τα επεκτείνω», μέχρι τον Στάλιν ο οποίος επέβαλε σοβιετικό έλεγχο στην ανατολική Ευρώπη και σήμερα τον Βλαδιμήρ Πούτιν που διεκδικεί ένοπλα την ανάκτηση της σοβιετικής/τσαρικής σφαίρας επιρροής, η ρωσική εξωτερική πολιτική εμφανίζει αξιοσημείωτη σταθερότητα.

Σύμφωνα με την ρωσική στρατηγική αντίληψη, η έλλειψη ορεινών όγκων ή άλλων γεωγραφικών εμποδίων, που χαρακτηρίζει την γεωγραφία της ανατολικής Ευρώπης μετά τα Καρπάθια, καθιστά δυσχερή την άμυνα της Μόσχας από εισβολές προερχόμενες από τη Δύση. Οι περιπτώσεις του Ναπολέοντα και του Χίτλερ είναι τα πλέον γνωστά παραδείγματα. Ως αποτέλεσμα, η ρωσική στρατηγική σκέψη έχει επικεντρωθεί στην ανάγκη απόκτησης στρατηγικού βάθους.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η Ρωσία χρειάζεται να κατέχει (ή τουλάχιστον να ελέγχει ως buffer zone) την ανατολική Ευρώπη, προκειμένου να εξασφαλίσει την άμυνά της από την Δυτική Ευρώπη.

“Με κάποια υπεραπλούστευση, θα μπορούσαμε να δούμε τη ρωσική ιστορία (στο δυτικό τμήμα της) σαν μία αέναη προσπάθεια των Ρώσων να καταλάβουν τις περιοχές που βρίσκονται ανάμεσα στα σημερινά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και -χονδρικά- τα σημερινά σύνορα της Γερμανίας και της Ρουμανίας.”

Ειδικότερα, δύο σημεία στη γεωγραφία της ανατολικής Ευρώπης είναι ιδιαίτερα κρίσιμα. Αυτά είναι τα στενά περάσματα ανάμεσα στις άκρες των Καρπαθίων και τη θάλασσα, τα επονομαζόμενα ως fulda gap (στο βορρά) και besarabian gap (στο νότο).

Στα ανωτέρω σημεία ο ρωσικός στρατός μπορεί να αγκιστρωθεί, έχοντας έτσι εξασφαλίσει το μικρότερο δυνατό μήκος μετώπου έναντι δυνητικής εισβολής από τη Δύση. Ουσιαστικά, θα έχει εξασφαλίσει ότι πιο κοντινό σε φυσικά σύνορα με τη Δύση επιτρέπει η ρωσική γεωγραφία.

Πράγματι, με κάποια υπεραπλούστευση, θα μπορούσαμε να δούμε τη ρωσική ιστορία (στο δυτικό τμήμα της) σαν μία αέναη προσπάθεια των Ρώσων να καταλάβουν τις περιοχές που βρίσκονται ανάμεσα στα σημερινά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και -χονδρικά- τα σημερινά σύνορα της Γερμανίας και της Ρουμανίας.

Ιστορικά, οι περιοχές αυτές περιήλθαν σταδιακά υπό τον έλεγχο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μετά από αιώνες συγκρούσεων με Πολωνούς, Σουηδούς και Λιθουανούς. Όμως το 1917, ως αποτέλεσμα ήττας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, επανάστασης και εμφυλίου, με την Συνθήκη Μπρεστ Λιτόβφσκ η Ρωσία έχασε τη Φινλανδία, τις βαλτικές χώρες, μέρος της Πολωνίας, τη Λευκορωσία, την Ουκρανία και την Μολδαβία. Οι ανωτέρω περιοχές ανακαταλήφθηκαν σταδιακά από τους Σοβιετικούς μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, για να χαθούν ξανά για τη Ρωσία μετά την ήττα στον ψυχρό πόλεμο.

“Υπό το πρίσμα της ιστορίας λοιπόν, η πρόσφατη εισβολή στην Ουκρανία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως άλλο ένα βήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας αποκατάστασης του ρωσικού στρατηγικού βάθους έναντι της Δύσης.”

Η ειρηνική, αυτόβουλη ενσωμάτωση στη Δύση των κρατών του πρώην ανατολικού μπλόκ μετά τον ψυχρό πόλεμο, έδειξε ότι η Ρωσία στον 21ο αιώνα μειονεκτεί έναντι της Ευρώπης σε ήπια ισχύ. Δεν μπόρεσε να ελκύσει πολιτικά τους λαούς της ανατολικής Ευρώπης, τους οποίους όμως εξακολουθεί να πιστεύει πως έχει ανάγκη να ελέγχει στρατηγικά. Η Ουκρανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν να καταφύγει ξανά στη χρήση στρατιωτικής ισχύος.

Έτσι, σύμφωνα με τη ρωσική σκέψη, είναι η γεωγραφία που απαιτεί και επιβάλλει σήμερα την επέκταση της χώρας πέραν των ρωσικών περιοχών. Αντίστοιχα, η ρωσική γεωγραφία επέβαλε στο παρελθόν την ύπαρξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια της Σοβιετικής Ένωσης. Σύμφωνα με τις ιστορικές πρακτικές της Ρωσίας, η στρατηγική ασφάλεια 145 εκατομμυρίων Ρώσων προϋποθέτει να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Μόσχας τουλάχιστον 130 εκατομμύρια Ευρωπαίοι (καθώς επίσης και 85 εκατομμύρια Κεντροασιάτες και κάτοικοι των κρατών του Καυκάσου).

“Η Δύση σήμερα δεν πρόκειται να δεχθεί την παραχώρηση της ανατολικής Ευρώπης στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, ενάντια μάλιστα στην θέληση των κατοίκων της, προκειμένου να κατευνάσει τη ρωσική γεωπολιτική ανασφάλεια. Διότι αφενός ο έλεγχος της ανατολικής Ευρώπης θα καταστήσει ξανά τη Ρωσία υπερβολικά ισχυρή. Αφετέρου, διότι είναι αμφίβολο ότι ακόμη και έχοντας εξασφαλίσει στρατηγικό βάθος και φυσικά σύνορα η Ρωσική επεκτατικότητα θα κατευνασθεί”

Υπό το πρίσμα της ιστορίας λοιπόν, η πρόσφατη εισβολή στην Ουκρανία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως άλλο ένα βήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας αποκατάστασης του ρωσικού στρατηγικού βάθους έναντι της Δύσης. Με βάση τη στρατηγική σκέψη της Ρωσίας, την ιστορική της πρακτική αλλά και τις δηλώσεις της σημερινής ηγεσίας της, είναι παραπάνω από πιθανό ότι στο μέλλον, όταν παρουσιαστεί ευκαιρία, θα ακολουθήσουν νέες προσπάθειες της Ρωσίας να επεκτείνει τη ζώνη ελέγχου της δυτικότερα, ιδανικά έως την Πολωνία και τη Ρουμανία.

Είναι προφανές ότι η Δύση σήμερα δεν πρόκειται να δεχθεί την παραχώρηση της ανατολικής Ευρώπης στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας, ενάντια μάλιστα στην θέληση των κατοίκων της, προκειμένου να κατευνάσει τη ρωσική γεωπολιτική ανασφάλεια. Διότι αφενός ο έλεγχος της ανατολικής Ευρώπης θα καταστήσει ξανά τη Ρωσία υπερβολικά ισχυρή. Αφετέρου, διότι είναι αμφίβολο ότι ακόμη και έχοντας εξασφαλίσει στρατηγικό βάθος και φυσικά σύνορα η Ρωσική επεκτατικότητα θα κατευνασθεί. Υπάρχει το ιστορικό προηγούμενο του ψυχρού πολέμου όπου η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε 30.000 άρματα μάχης -το κατεξοχήν επιθετικό όπλο- στα σύνορα με τη Δύση. Παρότι είχε ήδη υπό τον έλεγχο της την Ανατολική Ευρώπη αλλά και τα φυσικά περάσματα προς την Δυτική Ευρώπη.

Άλλωστε, τόσο επί Τσαρικής Αυτοκρατορίας όσο και επί Σοβιετικής Ένωσης η ρωσική γεωπολιτική σκέψη τόνιζε την ανάγκη εξόδου στις θερμές θάλασσες, στη Μεσόγειο, στον Περσικό κόλπο και στον Ινδικό Ωκεανό. Η Ρωσία υπήρξε λοιπόν ιστορικά επιθετική-επεκτατική ακόμη και κατά τις ιστορικές περιόδους που βρίσκονταν στην κατοχή της όλα τα στρατηγικά περάσματα και ο ζωτικός χώρος που, κατά τους Ρώσους, απαιτεί η άμυνα της αχανούς αυτοκρατορίας τους. Ας θυμηθούμε πως η κάθοδος στα τουρκικά στενά αποτελούσε στόχο της Ρωσίας επί αιώνες.

“Η Γερμανία είναι επίσης μία χώρα με γεωγραφικά μειονεκτήματα....Πάνε όμως 77 χρόνια που η Γερμανία επανερμήνευσε τα δεδομένα της γεωγραφίας της, ώστε να καταφέρει να συμφιλιωθεί με αυτήν και να επιτύχει ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονές της. Μέχρι λοιπόν η ρωσική στρατηγική σκέψη να επιτύχει μια ανάλογη προσαρμογή, ώστε η Ρωσία να νιώσει ασφαλής μέσα στα σημερινά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δύσκολα διαφαίνονται περιθώρια συμβιβασμού με τη Δύση.”

Ας θυμηθούμε την σοβιετική απροθυμία να αποσυρθεί από το βόρειο Ιράν, μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς και τη μεταγενέστερη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, κινήσεις που έφερναν τη Σοβιετική Ένωση πιο κοντά στις θερμές θάλασσες. Υπάρχουν ιστορικοί λόγοι να πιστεύει κανείς ότι μια «στρατηγικά ασφαλής» Ρωσία αποκτά φιλοδοξίες, αλλά ίσως και δυνατότητες, παγκόσμιας κυριαρχίας και καθίσταται έτσι απειλή για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως ήδη προειδοποιούσε από τις αρχές του 20ου αιώνα ο Βρετανός γεωπολιτικός Halford Mckinder, του οποίου η θεωρία έγινε ξανά επίκαιρη στις μέρες μας.

Έχουν περάσει 80 έτη από την τελευταία φορά που η Ρωσία δέχθηκε επίθεση, αλλά ούτε αυτή η μακρά περίοδος ειρήνης, ούτε η κατοχή του μεγαλύτερου πυρηνικού οπλοστασίου φάνηκαν ικανές να κατευνάσουν την γεωπολιτική ανασφάλεια της μεγαλύτερης χώρας στον κόσμο.

Παραταύτα, μια επανεφεύρεση της ρωσικής στρατηγικής σκέψης δεν θα πρέπει να θεωρείται αδύνατη. Η Γερμανία είναι επίσης μία χώρα με γεωγραφικά μειονεκτήματα. Δεν έχει φυσικά σύνορα και η γεωγραφική της θέση είναι χειρότερη από αυτή της Ρωσίας. Βρίσκεται στο κέντρο της Ευρώπης, περιβάλλεται από δυτικά και ανατολικά από ισχυρές δυνάμεις, ενώ η πρόσβασή της στην ανοιχτή θάλασσα εξαρτάται από την καλή προαίρεση της Μ. Βρετανίας.

Η Γερμανία αντιμετώπισε τις προκλήσεις της γεωγραφίας της με το «σύνδρομο περικύκλωσης» στον Α' παγκόσμιο πόλεμο και με μία θεωρία κατάκτησης ζωτικού χώρου στο Β´ παγκόσμιο πόλεμο. Πάνε όμως 77 χρόνια που η Γερμανία επανερμήνευσε τα δεδομένα της γεωγραφίας της, ώστε να καταφέρει να συμφιλιωθεί με αυτήν και να επιτύχει ειρηνικές σχέσεις με τους γείτονές της.

Μέχρι λοιπόν η ρωσική στρατηγική σκέψη να επιτύχει μια ανάλογη προσαρμογή, ώστε η Ρωσία να νιώσει ασφαλής μέσα στα σημερινά σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δύσκολα διαφαίνονται περιθώρια συμβιβασμού με τη Δύση.

Πηγή: Σωτήρης Αποστολόπουλος, Διεθνολόγος, από το huffingtonpost.gr


Δείτε περισσότερα νέα

5 views0 comments